Η μελέτη του τρόπου με τον οποίο η χρήση συστηματικών αντιϋπερτασικών επηρεάζει την ανάπτυξη γλαυκώματος είναι περίπλοκη, καθώς βασίζεται σε ανάλυση δεδομένων με αναδρομικό τρόπο και όχι σε προοπτική άμεση σύγκριση μεταξύ ομάδων ασθενών. Μια τέτοια μελέτη όμως δεν είναι εφικτή ή ακόμη και ηθικά σωστή, καθώς θα απαιτούσε την στέρηση χρήσης αντιϋπερτασικής αγωγής από ασθενείς με επιβεβαιωμένη συστηματική υπέρταση. Παρόλα αυτά, η παρούσα μελέτη υποδεικνύει μια αρνητική επίδραση των συστηματικών αντιϋπερτασικών φαρμάκων στον κίνδυνο εμφάνισης γαλυκώματος. Η σημασία αυτής της επίδρασης φαίνεται να είναι ουσιώδης, καθώς τα αποτέλεσματα της ανάλυσης δείχνουν ότι η συστηματική αντιϋπερτασική αγωγή ελαττώνει τον κίνδυνο ανάπτυξης γλαυκώματος σχεδόν κατά 43%.

Αν και τα αποτέλεσματα αυτά φαίνονται πολλά υποσχόμενα, πρέπει, ωστόσο, να ληφθούν υπόψη κάποιοι περιορισμοί. Κατ’αρχάς, παρά τις χιλιάδες των συμμετεχόντων, ο πληθυσμός της Δανίας είναι εθνικά ομογενής σε μεγάλο βαθμό, κι έτσι τα αποτελέσματα μπορεί να μην είναι αντιστοιχίσιμα με άλλους πιο ετερογενείς πληθυσμούς. Οι Αφρο-αμερικανοί και οι Hispanics πληθυσμοί παρουσιάζουν υψηλότερο κίνδυνο τόσο συστηματικής υπέρτασης όσο και γαλυκώματος σε σχέση με τους λευκούς. Επιπρόσθετα, η ηλικία έναρξης της υπέρτασης είναι χαμηλότερη για τους Αφρο-αμερικανούς[1], γεγονός το οποίο μπορεί να τροποποιήσει τη συσχετιζόμενη έναρξη γλαυκώματος.

Επιπλέον, τα αρχεία της Δανίας παρέχουν πληροφορίες σχετικά μόνο με τη χορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή και δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί η μορφή του γλαυκώματος ή ακόμη και να επιβεβαιωθεί και αυτή η ίδια η διάγνωση. Έτσι, το γλαύκωμα που ουσιαστικά προλήφθη σε αυτούς τους ασθενείς θα μπορούσε εν μέρει να αποτελεί νεοαγγειακό γλαύκωμα προκαλούμενο από μια απόφραξη κεντρικής φλέβας αμφβληστροειδούς. Ο κίνδυνος απόφραξης κεντρικής φλέβας αμφιβληστροειδούς αυξάνεται με τη συστηματική υπέρταση[2], συνεπώς ο έλεγχος της υποκείμενης υπέρτασης μπορεί να ελαττώνει τον κίνδυνο ανάπτυξης νεοαγγειακού γλαυκώματος αλλά όχι του πιο συχνού υποτύπου του πρωτοπαθούς γλαυκώματος ανοικτής γωνίας.

Επίσης, καθώς η μελέτη αυτή δεν προσδιόρισε τον τύπο γλαυκώματος ή δεν επιβεβαίωνε τη διάγνωσή του, είναι δύσκολο να συμπεράνει κανείς οότι η έναρξη της νόσου του γλαυκώματος καθυστερεί με τη χρήση αντιϋπερτασικής αγωγής. Είναι πιθανό η χρήση αντιϋπερτασικών δεν καθυστέρησε την έναρξη του γλαυκώματος αλλά απλώς τη έναρξη φαρμακευτικής αγωγής για το γλαύκωμα. Ασθενείς υπό αντιϋπερτασική αγωγή (πχ b-blockers) παρουσιάζουν επίσης και κάποια μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Για το λόγο αυτό, ασθενείς που θεωρούνται ύποπτοι για γλαύκωμα μπορεί να παραμένουν υπό παρακολούθηση χωρίς θεραπεία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα εφόσον η ενδοφθάλμια πίεση παραμένει εντός φυσιολογικών ορίων εξαιτίας αυτής της ιδιότητας των συστηματικών b-blockers [3]. Αντιθέτως, εάν κάποιοι ασθενείς παρουσιάζουν υψηλότερες τιμές ενδοφθάλμιας πίεσης επειδή δεν λαμβάνουν συστηματικά b-blockers μπορεί να ξεκινήσουν νωρίτερα θεραπευτική αγωγή για το γλαύκωμα.

Συμπερασματικά αν και η μελέτη αυτή περιλαμβάνει ένα μεγαλό πληθυσμό, μπορεί να είναι δυσκολο να καταλήξει στο ότι η συστηματική αντιϋπερτασική αγωγή καθυστερί την εμφάνιση γλαυκώματος. Μπορεί ωστόσο να ειπωθεί ότι καθυστερεί την άναρξη φαρμακευτικής αγωγής για γλαύκωμα, κάτι που μπορεί να σχετίζεται ή όχι με την ανάπτυξη της νόσου αυτής καθευαυτής. Επιπλέον, δεν διευκρινίζει ποιος ή ποιοι υπότυποι γλαυκώματος επηρεάζονται. Ωστόσο, η μελέτη αυτή κατέδειξε αυξημένη επίπτωση γλαυκώματος σε ασθενείς με συστηματική υπέρταση. Για το λόγο αυτό, είναι σημαντικό για τους οφθαλμιάτρους να αξιολογούν προληπτικά ασθενείς με αυξημένους παράγοντες κινδύνου, γνωρίζοντας αυτή τη συσχέτιση, με σκοπό να εγγυηθούν την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση.